inventor
Pronunciation
/ɪnˈvɛntɚ/

Ορισμός και σημασία του "inventor"στα αγγλικά

01

εφευρέτης, δημιουργός

someone who makes or designs something that did not exist before
inventor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inventors
Παραδείγματα
Alexander Graham Bell, the inventor of the telephone, forever changed the way people communicate over long distances.
Ο Αλέξανδρος Γκράχαμ Μπελ, ο εφευρέτης του τηλεφώνου, άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν σε μεγάλες αποστάσεις.

Λεξικό Δέντρο

inventor
invent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store