Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inundated
01
πλημμυρισμένος, κατακλυσμένος
(of an area) flooded with water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inundated
συγκριτικός βαθμός
more inundated
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
inundated
undated
dated
date



























