inundated
in
ˈɪn
in
un
ʌn
an
da
deɪ
dei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "inundated"στα αγγλικά

01

πλημμυρισμένος, κατακλυσμένος

(of an area) flooded with water 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inundated
συγκριτικός βαθμός
more inundated
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

inundated
undated
dated
date
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store