Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inundate
01
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to cover a stretch of land with a lot of water
Παραδείγματα
The storm surge threatened to inundate the coastal towns, prompting evacuation orders.
Το κύμα καταιγίδας απειλούσε να πλημμυρίσει τις παραθαλάσσιες πόλεις, προκαλώντας εντολές εκκένωσης.
02
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to overwhelm someone with a large amount of something, such as work, requests, or information
Παραδείγματα
The small town was inundated with tourists during the festival.
Η μικρή πόλη πλημμύρισε με τουρίστες κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ.
Λεξικό Δέντρο
inundation
inundate



























