Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inundate
01
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to cover a stretch of land with a lot of water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inundate
γ΄ ενικό πρόσωπο
inundates
ενεστώτα μετοχή
inundating
απλός αόριστος
inundated
παθητική μετοχή
inundated
Παραδείγματα
Heavy rains can inundate the riverbanks, causing widespread flooding in the area.
Βαριές βροχές μπορούν να πλημμυρίσουν τις όχθες του ποταμού, προκαλώντας εκτεταμένες πλημμύρες στην περιοχή.
02
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to overwhelm someone with a large amount of something, such as work, requests, or information
Παραδείγματα
After the announcement, the office was inundated with calls.
Μετά την ανακοίνωση, το γραφείο πλημμύρισε από κλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
inundation
inundate



























