Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intuitive
01
διαισθητικός, έμφυτος
arising spontaneously from an innate disposition or habit
Παραδείγματα
The dancer 's intuitive sense of rhythm impressed the audience.
Η διαισθητική αίσθηση του ρυθμού του χορευτή εντυπωσίασε το κοινό.
02
διαισθητικός, εύχρηστος
(of computer software) easily learned and understood, therefore making usage simpler
Παραδείγματα
The online shopping platform has an intuitive checkout process, making it simple for customers to complete their purchases quickly and easily.
Η πλατφόρμα ηλεκτρονικών αγορών διαθέτει μια διαισθητική διαδικασία ολοκλήρωσης αγοράς, καθιστώντας απλό για τους πελάτες να ολοκληρώσουν τις αγορές τους γρήγορα και εύκολα.
03
διαισθητικός, ενστικτώδης
based on or derived from instinct rather than rational analysis
Παραδείγματα
The intuitive solution to the problem came to her in the middle of the night.
Η διαισθητική λύση του προβλήματος της ήρθε στη μέση της νύχτας.
Λεξικό Δέντρο
intuitively
intuitive
intuit



























