Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intuitive
01
διαισθητικός, έμφυτος
arising spontaneously from an innate disposition or habit
Παραδείγματα
Children are intuitive learners, picking up language quickly.
Τα παιδιά είναι διαισθητικοί μαθητές, αποκτώντας γρήγορα τη γλώσσα.
02
διαισθητικός, εύχρηστος
(of computer software) easily learned and understood, therefore making usage simpler
Παραδείγματα
The new smartphone features an intuitive interface that makes it easy for users to navigate and find what they need.
Το νέο smartphone διαθέτει μια διαισθητική διεπαφή που διευκολύνει τους χρήστες να πλοηγηθούν και να βρουν αυτό που χρειάζονται.
03
διαισθητικός, ενστικτώδης
based on or derived from instinct rather than rational analysis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intuitive
συγκριτικός βαθμός
more intuitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had an intuitive understanding of how people felt.
Είχε μια διαισθητική κατανόηση του πώς αισθάνονται οι άνθρωποι.
Λεξικό Δέντρο
intuitively
intuitive
intuit



























