Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
introspective
01
ενδοσκοπικός, αυτοαναλυτικός
focusing on one's own thoughts, feelings, and experiences
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most introspective
συγκριτικός βαθμός
more introspective
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, personality, cognition
Παραδείγματα
Her introspective nature led her to keep a detailed journal of her personal growth.
Η εσωστρεφής φύση της την οδήγησε να κρατά ένα λεπτομερές ημερολόγιο της προσωπικής της ανάπτυξης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
introspectiveness
introspective
introspect



























