Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intrinsic
01
εγγενής, φυσικός
belonging to something or someone's character and nature
Παραδείγματα
Intrinsic motivation comes from within and drives people to achieve personal goals.
Η εσωτερική κίνηση προέρχεται από μέσα και ωθεί τους ανθρώπους να επιτύχουν προσωπικούς στόχους.
02
εσωτερικός, ιδιαίτερος
located entirely within, and acting only upon, the specific organ or body part to which it belongs
Παραδείγματα
The study focused on the intrinsic ligaments of the knee.
Η μελέτη επικεντρώθηκε στους εσωτερικούς συνδέσμους του γονάτου.



























