Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intravenous pyelogram
/ˈɪntɹəvənəs pˈaɪɪlˌɑːɡɹæm/
IVP
Intravenous pyelogram
01
ενδοφλέβια πυελογραφία, ενδοφλέβια ουρογραφία
an imaging test using contrast dye and X-rays to examine the urinary system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intravenous pyelograms
Παραδείγματα
The nurse monitored me closely during the IVP for any reactions.
Η νοσοκόμα με παρακολούθησε στενά κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας πυελογραφίας για τυχόν αντιδράσεις.



























