Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intravenous
01
ενδοφλέβιος, μέσω φλέβας
administered into or taking place in a vein
Παραδείγματα
The intravenous catheter was carefully placed to ensure accurate drug delivery.
Ο ενδοφλέβιος καθετήρας τοποθετήθηκε προσεκτικά για να εξασφαλιστεί η ακριβής χορήγηση του φαρμάκου.
Λεξικό Δέντρο
intravenously
intravenous



























