Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intoxicate
01
μεθώ, δηλητηριάζω
to disrupt normal physical or mental functioning through pharmacological mechanisms in the brain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intoxicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
intoxicates
ενεστώτα μετοχή
intoxicating
απλός αόριστος
intoxicated
παθητική μετοχή
intoxicated
Παραδείγματα
Cocaine intoxicates quickly by inhibiting dopamine reuptake in the brain's reward system.
Η κοκαΐνη δηλητηριάζει γρήγορα με την αναστολή της επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου.
02
μεθώ, μεθάω
make drunk (with alcoholic drinks)
03
μεθώ, ενθουσιάζω
fill with high spirits; fill with optimism
Λεξικό Δέντρο
intoxicated
intoxicating
intoxication
intoxicate
toxic
tox



























