Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intoxicant
01
μεθυστική ουσία, αλκοολούχο ποτό
a liquor or brew containing alcohol as the active agent
02
μεθυστική ουσία, ναρκωτικό
a drug that can produce a state of intoxication
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intoxicants
intoxicant
01
μεθυστικός, δηλητηριώδης
bringing on a state of impaired physical or mental control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intoxicant
συγκριτικός βαθμός
more intoxicant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
substances, health, behavior
Παραδείγματα
Teenagers were warned about the dangerous and intoxicant nature of abusing illicit recreational drugs.
Οι έφηβοι προειδοποιήθηκαν για την επικίνδυνη και μεθυστική φύση της κατάχρησης παράνομων ψυχαγωγικών ναρκωτικών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
intoxicant
toxicant
toxic
tox



























