Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intestinal obstruction
/ɪntˈɛstɪnəl ɒbstɹˈʌkʃən/
Intestinal obstruction
01
εντερική απόφραξη, απόφραξη του εντέρου
a blockage in the normal flow of the intestines, causing symptoms like abdominal pain and vomiting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
intestinal obstructions
Παραδείγματα
Surgery may be necessary to address intestinal obstruction.
Μπορεί να είναι απαραίτητη η χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της επιφυλακής του εντέρου.



























