archival
ar
ɑr
αρ
chi
ˈkaɪ
και
val
vəl
βαλ
British pronunciation
/ˈɑːka‍ɪvə‍l/

Ορισμός και σημασία του "archival"στα αγγλικά

01

αρχειακός, σχετικός με τη συλλογή και αποθήκευση ιστορικών εγγράφων και καταγραφών

related to the collection and storage of historical documents and records
example
Παραδείγματα
Our library has an extensive collection of archival materials dating back to the 18th century.
Η βιβλιοθήκη μας διαθέτει μια εκτενή συλλογή αρχειακού υλικού που χρονολογείται από τον 18ο αιώνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store