Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
archival
01
αρχειακός, σχετικός με τη συλλογή και αποθήκευση ιστορικών εγγράφων και καταγραφών
related to the collection and storage of historical documents and records
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
documents, history, preservation
Παραδείγματα
She specializes in archival research, uncovering hidden historical facts.
Ειδικεύεται στην αρχειακή έρευνα, αποκαλύπτοντας κρυμμένα ιστορικά γεγονότα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
archival
archive



























