archival
ar
ɑ:
aa
chi
ˈkaɪ
kai
val
vəl
vēl
survivaloutrivalarrivalrevival

Ορισμός και σημασία του "archival"στα αγγλικά

01

αρχειακός, σχετικός με τη συλλογή και αποθήκευση ιστορικών εγγράφων και καταγραφών

related to the collection and storage of historical documents and records 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She specializes in archival research, uncovering hidden historical facts. 

Ειδικεύεται στην αρχειακή έρευνα, αποκαλύπτοντας κρυμμένα ιστορικά γεγονότα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store