Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to interpolate
01
παρεμβάλλω, παρεμβάλλω με παραποίηση
to insert words or material into a text, often in a way that alters or falsifies the original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
interpolate
γ΄ ενικό πρόσωπο
interpolates
ενεστώτα μετοχή
interpolating
απλός αόριστος
interpolated
παθητική μετοχή
interpolated
Παραδείγματα
The editor was accused of interpolating phrases into the original manuscript.
Ο συντάκτης κατηγορήθηκε για παρεμβολή φράσεων στο πρωτότυπο χειρόγραφο.
02
παρεμβάλλω, υπολογίζω με παρεμβολή
to calculate a value between two known values
Παραδείγματα
We interpolated the missing temperature readings from nearby data.
Παρεμβάλαμε τις ελλείπουσες μετρήσεις θερμοκρασίας από κοντινά δεδομένα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
interpolation
interpolate



























