interpol
in
ˈɪn
in
ter
tə
tē
pol
pɒl
pol

Ορισμός και σημασία του "Interpol"στα αγγλικά

01

Ιντερπόλ, Διεθνής Οργάνωση Αστυνομίας

an international organization that helps police forces in different countries work together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
Παραδείγματα
Interpol issued a notice for the missing suspect. 

Η Interpol εξέδωσε ειδοποίηση για τον αγνοούμενο ύποπτο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store