Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
internally
01
εσωτερικά, στο εσωτερικό
in a way that is related to things happening or existing inside of a specific thing or being
γραμματικές πληροφορίες
adverb of place
Παραδείγματα
The company is restructuring internally to improve efficiency and workflow.
Η εταιρεία αναδιοργανώνεται εσωτερικά για να βελτιώσει την αποδοτικότητα και τη ροή εργασίας.
02
εσωτερικά, μέσα
used to refer to physical conditions, sensations, or processes happening inside the body
Παραδείγματα
The doctor suspected he might be injured internally after the accident.
Ο γιατρός υποπτεύθηκε ότι μπορεί να είχε τραυματιστεί εσωτερικά μετά το ατύχημα.
Λεξικό Δέντρο
internally
internal
intern



























