Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intelligibly
01
κατανοητά, με κατανοητό τρόπο
in a way that can be clearly understood or easily comprehended
Παραδείγματα
The actor enunciated his lines intelligibly so the audience could follow the plot easily.
Ο ηθοποιός απαγγέλει τις ατάκες του κατανοητά ώστε το κοινό να μπορεί να ακολουθήσει εύκολα την πλοκή.
Λεξικό Δέντρο
unintelligibly
intelligibly
intelligible
intellig



























