Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
archeological
01
αρχαιολογικός
related to the study or exploration of human history and prehistory through the excavation of artifacts and sites
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The archeological team unearthed ancient pottery shards near the riverbank.
Η αρχαιολογική ομάδα ανακάλυψε αρχαία θραύσματα κεραμικών κοντά στην όχθη του ποταμού.



























