intaglio
Pronunciation
/ˌɪnˈtæɡɫjoʊ/, /ˌɪnˈtæɫjoʊ/
intagli

Ορισμός και σημασία του "intaglio"στα αγγλικά

01

η τέχνη της δημιουργίας ενός σχεδίου σε μια σκληρή επιφάνεια ή πέτρα με χαρακτική με τέτοιο τρόπο ώστε η εικόνα να είναι βυθισμένη στην επιφάνεια, η τεχνική της κοίλης χαρακτικής

the craft of making a design on a hard surface or stone by engraving in a way that the picture is sunken inside the surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

εντάλιο, βαθυτυπία

a printing technique in which the image is carved into the printing plate and the carved part holds the ink
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store