intaglio
in
ɪn
in
tagl
ˈtæl
tāl
io
jəʊ
yew
intagli

Ορισμός και σημασία του "intaglio"στα αγγλικά

01

η τέχνη της δημιουργίας ενός σχεδίου σε μια σκληρή επιφάνεια ή πέτρα με χαρακτική με τέτοιο τρόπο ώστε η εικόνα να είναι βυθισμένη στην επιφάνεια, η τεχνική της κοίλης χαρακτικής

the craft of making a design on a hard surface or stone by engraving in a way that the picture is sunken inside the surface 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intaglios
02

εντάλιο, βαθυτυπία

a printing technique in which the image is carved into the printing plate and the carved part holds the ink 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store