Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insurance company
01
ασφαλιστική εταιρεία, εταιρεία ασφάλισης
a financial institution that sells insurance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insurance companies



























