insulting
in
ˌɪn
ιν
sul
ˈsəl
σαλ
ting
tɪng
τινγκ
/ɪnsˈʌltɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "insulting"στα αγγλικά

01

προσβλητικός, υβριστικός

causing offense or disrespect
insulting definition and meaning
Παραδείγματα
Using insulting language towards others only serves to create hostility and resentment.
Η χρήση προσβλητικής γλώσσας απέναντι σε άλλους εξυπηρετεί μόνο τη δημιουργία εχθρότητας και δυσαρέσκειας.

Λεξικό Δέντρο

insultingly
insulting
insult
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store