insufficiency
Pronunciation
/ˌɪnsəˈfɪʃənˌsi/

Ορισμός και σημασία του "insufficiency"στα αγγλικά

01

ανεπάρκεια

lack of an adequate quantity or number
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ανεπάρκεια, αποτυχία

a bodily system or organ's failure to function in an effective or typical manner
Παραδείγματα
Intestinal insufficiency compromises nutrient absorption in the digestive system.
Η ανεπάρκεια του εντέρου θέτει σε κίνδυνο την απορρόφηση των θρεπτικών ουσιών στο πεπτικό σύστημα.
03

ανεπάρκεια, έλλειψη ικανότητας

a lack of competence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store