Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insufficiency
01
ανεπάρκεια
lack of an adequate quantity or number
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
ανεπάρκεια, αποτυχία
a bodily system or organ's failure to function in an effective or typical manner
Παραδείγματα
Cardiac insufficiency hampers effective blood pumping by the heart.
Η ανεπάρκεια της καρδιάς εμποδίζει την αποτελεσματική άντληση του αίματος από την καρδιά.
03
ανεπάρκεια, έλλειψη ικανότητας
a lack of competence
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insufficiency
sufficiency
suffici



























