Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instructional
01
εκπαιδευτικός, καθοδηγητικός
designed for the purpose of giving instruction or providing guidance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructional manual provided step-by-step guidance on setting up the new device.
Το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο παρείχε βήμα προς βήμα οδηγίες για τη ρύθμιση της νέας συσκευής.
Λεξικό Δέντρο
instructional
instruction
instruct



























