Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instructional
01
εκπαιδευτικός, καθοδηγητικός
designed for the purpose of giving instruction or providing guidance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructional seminar taught participants effective communication strategies in the workplace.
Το εκπαιδευτικό σεμινάριο δίδαξε στους συμμετέχοντες αποτελεσματικές στρατηγικές επικοινωνίας στον χώρο εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
instructional
instruction
instruct



























