instructional
Pronunciation
/ˌɪnˈstɹəkʃənəɫ/

Ορισμός και σημασία του "instructional"στα αγγλικά

instructional
01

εκπαιδευτικός, καθοδηγητικός

designed for the purpose of giving instruction or providing guidance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The instructional seminar taught participants effective communication strategies in the workplace.
Το εκπαιδευτικό σεμινάριο δίδαξε στους συμμετέχοντες αποτελεσματικές στρατηγικές επικοινωνίας στον χώρο εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store