Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to instill
01
ενσταλάσσω, εμφυτεύω
to gradually establish an idea, feeling, etc. in someone's mind
Ditransitive: to instill a belief or attitude in sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
instill
γ΄ ενικό πρόσωπο
instills
ενεστώτα μετοχή
instilling
απλός αόριστος
instilled
παθητική μετοχή
instilled
Παραδείγματα
Cultural institutions aim to instill a sense of heritage and tradition in the community through events and educational programs.
Οι πολιτιστικοί θεσμοί στοχεύουν να ενσταλάξουν μια αίσθηση κληρονομιάς και παράδοσης στην κοινότητα μέσω εκδηλώσεων και εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
02
στάζω, προσθέτω σταδιακά
to pour something gradually and in small doses
Transitive: to instill a liquid into sth
Παραδείγματα
The parent taught their child how to instill saline solution into the nasal passages for sinus relief.
Ο γονέας δίδαξε στο παιδί του πώς να σταλάζει ορός αλατιού στις ρινικές οδούς για ανακούφιση από τα κόλπα.
Λεξικό Δέντρο
instillation
instillator
instilling
instill



























