instigation
Pronunciation
/ˌɪnstɪˈɡeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "instigation"στα αγγλικά

01

προτροπή, υποκίνηση

the act of causing something to begin or occur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

προσπάθεια, παρότρυνση

the verbal act of urging on

Λεξικό Δέντρο

instigation
instigate
instig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store