Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inspection and repair
/ɪnspˈɛkʃən ænd ɹɪpˈɛɹ/
Inspection and repair
01
επιθεώρηση και επισκευή, έλεγχος και συντήρηση
periodic maintenance on a car or machine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inspections and repairs



























