insouciant
in
ɪn
in
sou
ˈsu:
soo
ciant
siənt
siēnt

Ορισμός και σημασία του "insouciant"στα αγγλικά

insouciant
01

αμέριμνος, αδιάφορος

having an unconcerned attitude, especially in situations where others might feel worried 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insouciant
συγκριτικός βαθμός
more insouciant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His insouciant attitude toward his homework made it clear he wasn’t worried about grades. 

Η αδιάφορη στάση του απέναντι στην εργασία του έκανε σαφές ότι δεν ανησυχούσε για τους βαθμούς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store