Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insouciant
01
αμέριμνος, αδιάφορος
having an unconcerned attitude, especially in situations where others might feel worried
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most insouciant
συγκριτικός βαθμός
more insouciant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She walked through the crowded street with an insouciant smile, not caring about the busy world around her.
Περπάτησε στον γεμάτο δρόμο με ένα αμέριμνο χαμόγελο, χωρίς να νοιάζεται για τον απασχολημένο κόσμο γύρω της.
Λεξικό Δέντρο
insouciant
insouci



























