insolence
in
ˈɪn
in
so
lence
ləns
lēns
indolence

Ορισμός και σημασία του "insolence"στα αγγλικά

01

θρασύτητα, αυθάδεια

the quality of being disrespectful 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

αυθάδεια, θρασύτητα

an insulting act or treatment 

Λεξικό Δέντρο

insolence
insolate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store