Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insistent
01
επίμονος, πεισματάρης
demanding or persistent in a forceful or urgent manner
Παραδείγματα
Despite his insistent requests for more time, the deadline for the project remained firm.
Παρά τις επίμονες αιτήσεις του για περισσότερο χρόνο, η προθεσμία του έργου παρέμεινε αμετάβλητη.
Παραδείγματα
His insistent behavior made it clear that he would n't give up easily.
Η επίμονη συμπεριφορά του έκανε σαφές ότι δεν θα τα παρατούσε εύκολα.
Λεξικό Δέντρο
insistently
insistent
insist



























