Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insider trading
01
εσωτερική συναλλαγή, συναλλαγή με εσωτερικές πληροφορίες
the illegal practice of buying or selling a company's stock using confidential information that others do not have
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court found evidence of insider trading that gave him an unfair advantage over other investors.
Το δικαστήριο βρήκε αποδείξεις για εσωτερικές συναλλαγές που του έδωσαν άδικο πλεονέκτημα έναντι άλλων επενδυτών.



























