insider
in
ˌɪn
ιν
si
ˈsaɪ
σαι
der
dɜr
ντερρ
/ɪnsˈa‍ɪdɐ/

Ορισμός και σημασία του "insider"στα αγγλικά

01

ενδογενής, ενημερωμένο άτομο

someone who is part of a particular group or organization, especially someone who knows information that others do not have access to
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insiders
Παραδείγματα
The book reveals secrets only an insider would know.
Το βιβλίο αποκαλύπτει μυστικά που μόνο ένας ενδογενής θα γνώριζε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store