Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inside-out
01
ανάποδα, μέσα έξω
(of the inner surface of something) facing outward instead of facing in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inside-out
συγκριτικός βαθμός
more inside-out
μη διαβαθμίσιμο



























