Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inset
01
ένθετο, παρεμβολή
a small area of a page or image that is set off from the main body of the page or image
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insets
02
ενίσχυση, ένθετο
a piece of material used to strengthen or enlarge a garment
03
ένθετο, τοποθετημένο στοιχείο
an artifact that is inserted or is to be inserted
to inset
01
εμφυτεύω, τοποθετώ
set or place in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inset
γ΄ ενικό πρόσωπο
insets
ενεστώτα μετοχή
insetting
απλός αόριστος
inset
παθητική μετοχή
inset
Λεξικό Δέντρο
inset
set



























