Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insecurity
01
ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης
anxiety caused by feelings of self-doubt and lack of confidence
Παραδείγματα
His insecurity in relationships stemmed from past betrayals.
Η αβεβαιότητα του στις σχέσεις προερχόταν από προηγούμενες προδοσίες.
02
ανασφάλεια, ευπάθεια
the state of being subject to danger or injury
Λεξικό Δέντρο
insecurity
security
secure



























