insecurity
Pronunciation
/ˌɪnsɪkˈjʊɹɪti/

Ορισμός και σημασία του "insecurity"στα αγγλικά

01

ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης

anxiety caused by feelings of self-doubt and lack of confidence
insecurity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His insecurity in relationships stemmed from past betrayals.
Η αβεβαιότητα του στις σχέσεις προερχόταν από προηγούμενες προδοσίες.
02

ανασφάλεια, ευπάθεια

the state of being subject to danger or injury
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store