insecurity
in
ˌɪn
in
se
si
cu
ˈkjʊə
kyue
ri
ri
ty
ti
ti
immaturitymaturitysecurity

Ορισμός και σημασία του "insecurity"στα αγγλικά

01

ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης

anxiety caused by feelings of self-doubt and lack of confidence 
insecurity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His constant insecurity about his looks made him avoid social events. 

Η συνεχής ανασφάλεια του για την εμφάνισή του τον έκανε να αποφεύγει κοινωνικές εκδηλώσεις.

02

ανασφάλεια, ευπάθεια

the state of being subject to danger or injury 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

insecurity
security
secure
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store