Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insecurity
01
ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης
anxiety caused by feelings of self-doubt and lack of confidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His constant insecurity about his looks made him avoid social events.
Η συνεχής ανασφάλεια του για την εμφάνισή του τον έκανε να αποφεύγει κοινωνικές εκδηλώσεις.
02
ανασφάλεια, ευπάθεια
the state of being subject to danger or injury
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
insecurity
security
secure



























