inquiring
inq
ˈɪnk
ink
ui
waɪə
vaie
ring
rɪng
ring
inspiring

Ορισμός και σημασία του "inquiring"στα αγγλικά

01

περίεργος, ερωτηματικός

eager to learn or ask questions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inquiring
συγκριτικός βαθμός
more inquiring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His inquiring mind led him to explore various fields of study. 

Το ερευνητικό του μυαλό τον οδήγησε να εξερευνήσει διάφορους τομείς μελέτης.

01

αίτηση πληροφοριών, έρευνα

a request for information 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inquirings

Λεξικό Δέντρο

inquiringly
uninquiring
inquiring
inquire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store