Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inquiring
01
περίεργος, ερωτηματικός
eager to learn or ask questions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inquiring
συγκριτικός βαθμός
more inquiring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inquiring nature of the students made the classroom vibrant and engaging.
Η ερωτηματική φύση των μαθητών έκανε την τάξη ζωντανή και ελκυστική.
Inquiring
01
αίτηση πληροφοριών, έρευνα
a request for information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inquirings
Λεξικό Δέντρο
inquiringly
uninquiring
inquiring
inquire



























