inquirer
inq
ˈɪnk
ink
ui
waɪə
vaie
rer
ər
ēr
inspirer
enquirer
querier

Ορισμός και σημασία του "inquirer"στα αγγλικά

01

ερευνητής, αναπυνθανόμενος

a person who asks questions or seeks information through investigation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
inquirers
Παραδείγματα
The inquirer asked several questions during the interview to understand the company’s goals. 

Ο ερωτών έκανε αρκετές ερωτήσεις κατά τη διάρκεια της συνέντευξης για να κατανοήσει τους στόχους της εταιρείας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store