innovation
in
ɪn
in
no
nəʊ
new
va
veɪ
vei
tion
ʃən
shēn
innervation

Ορισμός και σημασία του "innovation"στα αγγλικά

01

καινοτομία, νεωτερισμός

a method, product, way of doing something, etc. that is newly introduced 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
innovations
Παραδείγματα
Innovation drives progress in every industry. 

Η καινοτομία οδηγεί την πρόοδο σε κάθε βιομηχανία.

02

καινοτομία, δημιουργία

the creation of new ideas or concepts in the mind 
Παραδείγματα
Her innovation in storytelling brought fresh perspectives to the novel. 

Η καινοτομία της στην αφήγηση έφερε φρέσκες προοπτικές στο μυθιστόρημα.

03

καινοτομία, νεωτερισμός

the act or process of introducing something new 
Παραδείγματα
The innovation of online banking changed how people manage money. 

Η καινοτομία της ηλεκτρονικής τραπεζικής άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαχειρίζονται τα χρήματα.

Λεξικό Δέντρο

innovational
innovation
novation
novate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store