to inhere
Pronunciation
/ɪnhˈɪɹ/

Ορισμός και σημασία του "inhere"στα αγγλικά

to inhere
01

ενοικειώμαι, εγγύς

to exist as a natural or essential characteristic or quality of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhere
γ΄ ενικό πρόσωπο
inheres
ενεστώτα μετοχή
inhering
απλός αόριστος
inhered
παθητική μετοχή
inhered
Παραδείγματα
The flaws of the system inhere in its complexity and lack of oversight.
Τα ελαττώματα του συστήματος έγκεινται στην πολυπλοκότητα και την έλλειψη εποπτείας του.

Λεξικό Δέντρο

inherence
inherent
inhere
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store