to inhere
inh
ɪn
in
ere
ɛə
untieradherereverefakeer

Ορισμός και σημασία του "inhere"στα αγγλικά

to inhere
01

ενοικειώμαι, εγγύς

to exist as a natural or essential characteristic or quality of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhere
γ΄ ενικό πρόσωπο
inheres
ενεστώτα μετοχή
inhering
απλός αόριστος
inhered
παθητική μετοχή
inhered
Παραδείγματα
The beauty of the landscape inhere in its untouched nature. 

Η ομορφιά του τοπίου έγκειται στην ανέγγιχτη φύση του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inherence
inherent
inhere
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store