Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
inhere
γ΄ ενικό πρόσωπο
inheres
ενεστώτα μετοχή
inhering
απλός αόριστος
inhered
παθητική μετοχή
inhered
Παραδείγματα
The beauty of the landscape inhere in its untouched nature.
Η ομορφιά του τοπίου έγκειται στην ανέγγιχτη φύση του.
Λεξικό Δέντρο
inherence
inherent
inhere



























