Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to infringe
01
παραβιάζω, παρανομώ
to violate someone's rights or property
Transitive: to infringe rights or property
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
infringe
γ΄ ενικό πρόσωπο
infringes
ενεστώτα μετοχή
infringing
απλός αόριστος
infringed
παθητική μετοχή
infringed
Παραδείγματα
The company was warned about potential legal consequences if it continued to infringe environmental regulations.
Η εταιρεία προειδοποιήθηκε για πιθανές νομικές συνέπειες εάν συνέχιζε να παραβιάζει τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς.
1.1
παραβιάζω, παραβαίνω
to break or violate a law, rule, or agreement, such as a treaty
Transitive: to infringe a rule or agreement
Παραδείγματα
They were fined for infringing the local zoning laws with their construction project.
Τους επιβλήθηκε πρόστιμο για παράβαση των τοπικών νόμων χωροταξίας με το έργο κατασκευής τους.
Λεξικό Δέντρο
infringement
infringe



























