informed consent
Pronunciation
/ɪnfˈɔːɹmd kənsˈɛnt/

Ορισμός και σημασία του "informed consent"στα αγγλικά

Informed consent
01

ενημερωμένη συγκατάθεση, πληροφορημένη συναίνεση

permission given by a patient to receive a particular treatment, informed of all the possible consequences and risks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Informed consent is a fundamental principle in medical ethics, ensuring patients have sufficient information to make informed decisions about their healthcare.
Η ενημερωμένη συγκατάθεση είναι μια θεμελιώδης αρχή της ιατρικής ηθικής, διασφαλίζοντας ότι οι ασθενείς έχουν επαρκή πληροφορίες για να λαμβάνουν ενημερωμένες αποφάσεις σχετικά με την υγειονομική τους περίθαλψη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store