informed consent
in
ɪn
in
formed
ˈfɔ:md
fawmd
con
kɒn
kon
sent
sɛnt
sent

Ορισμός και σημασία του "informed consent"στα αγγλικά

Informed consent
01

ενημερωμένη συγκατάθεση, πληροφορημένη συναίνεση

permission given by a patient to receive a particular treatment, informed of all the possible consequences and risks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
informed consents
Παραδείγματα
Before undergoing surgery, the patient signed a form indicating their informed consent after the surgeon explained the risks and benefits. 

Πριν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση, ο ασθενής υπέγραψε ένα έντυπο που υποδείκνυε τη ενημερωμένη συγκατάθεσή του αφού ο χειρουργός εξήγησε τους κινδύνους και τα οφέλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store