infix
in
ɪn
ιν
fix
ˈfɪks
φικσ
/ɪnfˈɪks/

Ορισμός και σημασία του "infix"στα αγγλικά

01

ενθήμα, δεσμευμένο μόρφημα εισαγόμενο

a type of bound morpheme that is inserted within a word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infixes
to infix
01

εμφυτεύω ένα ενθηματικό, εισάγω ένα μόρφημα ή επίθημα μέσα σε μια λέξη

to insert a morpheme or affix within a word, typically by placing it in the middle of a root or base form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
infix
γ΄ ενικό πρόσωπο
infixes
ενεστώτα μετοχή
infixing
απλός αόριστος
infixed
παθητική μετοχή
infixed
02

εισάγω, εισφέρω

put or introduce into something
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store