Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Infix
01
ενθήμα, δεσμευμένο μόρφημα εισαγόμενο
a type of bound morpheme that is inserted within a word
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
infixes
to infix
01
εμφυτεύω ένα ενθηματικό, εισάγω ένα μόρφημα ή επίθημα μέσα σε μια λέξη
to insert a morpheme or affix within a word, typically by placing it in the middle of a root or base form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
infix
γ΄ ενικό πρόσωπο
infixes
ενεστώτα μετοχή
infixing
απλός αόριστος
infixed
παθητική μετοχή
infixed
02
εισάγω, εισφέρω
put or introduce into something
Λεξικό Δέντρο
infix
fix



























