infertile
in
ɪn
in
fer
ˈfɜ:
fē
tile
taɪl
tail
infantile

Ορισμός και σημασία του "infertile"στα αγγλικά

01

άγονος, ακατάλληλος για καλλιέργεια

unable to produce or support growth, especially in terms of soil or land that lacks the necessary nutrients to grow plants 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infertile
συγκριτικός βαθμός
more infertile
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
agriculture, biology, soil
Παραδείγματα
The infertile soil in the region made farming a difficult task. 

Το άγονο έδαφος της περιοχής έκανε τη γεωργία δύσκολη εργασία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

infertile
fertile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store