Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inexperience
01
απειρία
absence of knowledge or skill related to a particular situation or activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inexperience
experience
experi



























