Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Inevitability
01
αναπόφευκτο, αναγκαιότητα
the quality or state of being unavoidable, often in reference to an event, outcome, or consequence that cannot be prevented or changed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The inevitability of change is a part of life.
Η αναπόφευκτη αλλαγή είναι μέρος της ζωής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
inevitability
inevitable
evitable



























