Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indivisible
01
αδιαίρετος, αχώριστος
unable to be divided or separated into parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indivisible
συγκριτικός βαθμός
more indivisible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concept of justice is often seen as indivisible from the concept of fairness.
Η έννοια της δικαιοσύνης θεωρείται συχνά αδιαίρετη από την έννοια της δικαιοσύνης.
02
αδιαίρετος, πρώτος
(of a number) not able to be divided by any other number except 1 and itself
Παραδείγματα
The number 7 is indivisible, meaning it cannot be divided by any other number except 1 and 7.
Ο αριθμός 7 είναι αδιαίρετος, που σημαίνει ότι δεν μπορεί να διαιρεθεί με κανέναν άλλο αριθμό εκτός από το 1 και το 7.
Λεξικό Δέντρο
indivisible
divisible
divide



























