Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indiscreet
01
αδιάκριτος, απρόσεκτος
not acting or speaking in a considerate manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indiscreet
συγκριτικός βαθμός
more indiscreet
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
indiscreet
discreet
disc
reet



























