indiscreet
Pronunciation
/ˌɪndɪsˈkɹit/

Ορισμός και σημασία του "indiscreet"στα αγγλικά

indiscreet
01

αδιάκριτος, απρόσεκτος

not acting or speaking in a considerate manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indiscreet
συγκριτικός βαθμός
more indiscreet
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store