Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indirectly
01
έμμεσα
not caused in a direct way or as the main result
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indirectly
directly
direct
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έμμεσα
LanGeek
Λεξικό Δέντρο