indignity
Pronunciation
/ˌɪnˈdɪɡnəˌti/

Ορισμός και σημασία του "indignity"στα αγγλικά

01

ταπείνωση, προσβολή

an action or comment that causes a person to feel humiliated or loses their dignity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
indignities
Παραδείγματα
Losing the award in front of peers felt like an indignity.
Η απώλεια του βραβείου μπροστά στους συναδέλφους αισθάνθηκε σαν ταπείνωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store