Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indigestible
01
δυσπεπτικός
(of substances) challenging for the body to break down and digest
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indigestible
συγκριτικός βαθμός
more indigestible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor recommended avoiding indigestible fibers when suffering from a sensitive stomach.
Ο γιατρός συνέστησε την αποφυγή αδιάφορων ινών όταν πάσχει από ευαίσθητο στομάχι.
Λεξικό Δέντρο
indigestible
digestible
digest



























